Ούτε τους δικαστικούς αντιπροσώπους των ευρωεκλογών δεν σεβάστηκε ο Αλέξανδρος Κολιάδης, ο οποίος σχολίασε με προσβλητικό ύφος, τις διαμαρτυρίες που ακούστηκαν στα εκλογικά τμήματα την περασμένη Κυριακή, επειδή ο δήμος δεν μερίμνησε για την σίτισή τους.
Και μόνο η αναφορά του στο δημοτικό συμβούλιο στο θέμα αυτό, αποτελεί προσβολή για τους δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι συνηθισμένοι από την περιποίηση που έτυχαν στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, ευελπιστούσαν πως ο δήμος και την περασμένη Κυριακή θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Είθισται ο Δήμος ως οικοδεσπότης της διαδικασίας, να αναλαμβάνει την σίτιση των δικαστικών αντιπροσώπων, των μελών των εφορευτικών επιτροπών και των υπαλλήλων του, που είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια των εκλογών, ως αναγνώριση του κόπου των ανθρώπων αυτών.
Όμως, ο κ. Κολιάδης στην πρόσφατη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, χωρίς ίχνος σεβασμού, αντί να απολογηθεί για την παράληψη, ή να δικαιολογηθεί χρησιμοποιώντας την γνωστή καραμέλα περί οικονομικής στενότητας του δήμου, ανέφερε πως οι δικαστικοί αντιπρόσωποι αμείβονται αδρά για την παρουσία τους στα εκλογικά τμήματα, και από τα 600-700 ευρώ που έλαβαν, θα μπορούσαν, όπως είπε, να κεράσουν και τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών.
Βέβαια οι δικαστικοί αντιπρόσωποι, διαμαρτυρήθηκαν, επειδή στις δημοτικές εκλογές τους προσφέρθηκαν πολλά φαγητά και αναψυκτικά, και μάλιστα στα πακέτα που έλαβαν υπήρχε τυπωμένο σε αυτοκόλλητο μέχρι και το πρόσωπο (!) του κ. Κολιάδη.
Προφανώς και οι εκλογές της περασμένης Κυριακής δεν ενδιέφεραν τον κ. Κολιάδη και δεν φρόντισε μέσω του δήμου για την σίτιση των δικαστικών αντιπροσώπων και των μελών των εφορευτικών επιτροπών γι΄αυτό και επέλεξε να τους επιτεθεί με ανάρμοστο τρόπο, αντί να αναγνωρίσει την προσφορά τους. Στη Ρόδο ήρθαν δικαστικοί λειτουργοί από την υπόλοιπη Ελλάδα για τη διενέργεια των ευρωεκλογών και αποχωρώντας από το νησί μας έμειναν με την εντύπωση πως πρόκειται για έναν αφιλόξενο τόπο, ενώ είναι παγκοσμίως γνωστή η Ροδίτικη φιλοξενία.
Όλα είναι θέμα παιδείας και κοινωνικής ευαισθησίας που οφείλει να έχει κάποιος που επιθυμεί να ασχοληθεί με τα κοινά και να φέρει τον τίτλο του αιρετού.

